μονόπτερος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μονόπτερος μονόπτερη μονόπτερο
γενική μονόπτερου μονόπτερης μονόπτερου
αιτιατική μονόπτερο μονόπτερη μονόπτερο
κλητική μονόπτερε μονόπτερη μονόπτερο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μονόπτεροι μονόπτερες μονόπτερα
γενική μονόπτερων μονόπτερων μονόπτερων
αιτιατική μονόπτερους μονόπτερες μονόπτερα
κλητική μονόπτεροι μονόπτερες μονόπτερα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μονόπτερος < ελληνιστική κοινή μονόπτερος < μονο- + αρχαία ελληνική πτερόν < πέτομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *peth₂- (πετώ)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μονόπτερος

  1. που έχει ένα φτερό / πτερό
  2. (αρχιτεκτονική) που τον περιβάλλει μία σειρά κιόνων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]