μονότοξος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μονότοξος μονότοξη μονότοξο
γενική μονότοξου μονότοξης μονότοξου
αιτιατική μονότοξο μονότοξη μονότοξο
κλητική μονότοξε μονότοξη μονότοξο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μονότοξοι μονότοξες μονότοξα
γενική μονότοξων μονότοξων μονότοξων
αιτιατική μονότοξους μονότοξες μονότοξα
κλητική μονότοξοι μονότοξες μονότοξα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μονότοξος < μονο- + τόξο + -ος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μονότοξος, -η, -ο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]