μονόφθαλμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μονόφθαλμος < αρχαία ελληνική μονόφθαλμος < μον- + ὀφθαλμός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μονόφθαλμος, -η, -ο

  1. που βλέπει μόνο από το ένα μάτι
  2. που έχει ένα μόνο μάτι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]