μορσικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική μορσικός μορσική μορσικό
γενική μορσικού μορσικής μορσικού
αιτιατική μορσικό μορσική μορσικό
κλητική μορσικέ μορσική μορσικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μορσικοί μορσικές μορσικά
γενική μορσικών μορσικών μορσικών
αιτιατική μορσικούς μορσικές μορσικά
κλητική μορσικοί μορσικές μορσικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μορσικός < μορς

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μορσικός, -ή, -ό

  1. ο αναφερόμενος -η, -ο σε κώδικα μορς
  • μορσικός φανός, μορσική εκπαίδευση, μορσικό αλφάβητο.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]