μοστράρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοστράρω < ιταλική mostrare

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μοστράρω, πρτ.: μόστραρα, στ.μέλλ.: θα μοστράρω, αόρ.: μόστραρα, παθ.φωνή: μοστράρομαι, μτχ.π.π.: μοστραρισμένος

  1. επιδεικνύω, δείχνω κάτι με σκοπό να προκαλέσω εντύπωση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]