μοσχάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μοσχάρι μοσχάρια
γενική μοσχαριού μοσχαριών
αιτιατική μοσχάρι μοσχάρια
κλητική μοσχάρι μοσχάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μοσχάρι < μεταγενέστερη ελληνική μοσχάριον < υποκοριστικό του μόσχος + (κατάληξη υποκοριστικού) -άριον (αρχαία ελληνική )

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /mɔ.ˈsxa.ɾi/
μοσχάρι με τη μητέρα του

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μοσχάρι ουδέτερο και μοσκάρι

  1. (ζωολογία) το μικρό της αγελάδας
  2. το κρέας αυτού του ζώου ως φαγητό, το μοσχαρίσιο κρέας
    σήμερα θα φάμε μοσχάρι κοκκινιστό
  3. (μεταφορικά-μειωτικά) ο κουτός, ο εύπιστος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[]

32πχ Μεταφράσεις[]