μοσχαράκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  • μοσχαράκι < υποκοριστικό ή χαϊδευτικό της λέξης μοσχάρι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μοσχαράκι ουδέτερο

  1. μικρό μοσχάρι (δείτε λέξη)
  2. το κρέας αυτού του ζώου ως φαγητό
    σήμερα θα φάμε μοσχαράκι κοκκινιστό