μοτίφ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μοτίφ ουδέτερο άκλιτο
- επαναλαμβανόμενο σχέδιο διακόσμησης, ή ύφανσης
- θραύσμα πολύτιμου λίθου που φέρεται σε κόσμημα
μοτίφ ουδέτερο άκλιτο