μοτοποδήλατο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μοτοποδήλατο τα μοτοποδήλατα
      γενική του μοτοποδηλάτου
& μοτοποδήλατου
των μοτοποδηλάτων
& μοτοποδήλατων
    αιτιατική το μοτοποδήλατο τα μοτοποδήλατα
     κλητική μοτοποδήλατο μοτοποδήλατα
όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
μοτοποδήλατο (1β)

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοτοποδήλατο < μοτό + ποδήλατο μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική motor bicylce

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μοτοποδήλατο ουδέτερο

  • (μέσο μεταφορών)
    1. δίκυκλο μηχανοκίνητο όχημα με πετάλια
      1. ποδήλατο με βοηθητικό κινητήρα· πρώτης γενεάς
      2. μηχανάκι χαμηλού κυβισμού με ποδηλατικά πετάλια· με ισχυρότερο σασί· δεύτερης γενεάς
    2. δίκυκλο μηχανοκίνητο όχημα με κινητήρα κυβισμού έως 50cc

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

και

Μεταφράσεις[επεξεργασία]