μουνάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μουνάκι μουνάκια
γενική
αιτιατική μουνάκι μουνάκια
κλητική μουνάκι μουνάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μουνάκι < υποκοριστικό της λέξης μουνί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μουνάκι ουδέτερο

  1. (υβριστικά) άτιμος άνθρωπος
  2. (χυδαίο) πολύ όμορφο κορίτσι, που διεγείρει την ερωτική επιθυμία

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]