μουνάρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | μουνάρα | οι | μουνάρες |
| γενική | της | μουνάρας | — | |
| αιτιατική | τη | μουνάρα | τις | μουνάρες |
| κλητική | μουνάρα | μουνάρες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μουνάρα θηλυκό
- (χυδαίο) η πολύ όμορφη κι επιθυμητή γυναίκα
- ※ Άκουγε συχνά αγνώστους να λένε με θαυμασμό: «Τι μουνάρα! » , και αγαλλίαζε από μια απερίγραπτη χαρά. Ήταν το πιο γλυκό επίθετο που είχε ακούσει ποτέ για γυναίκα. Το έβλεπε, στραβός δεν ήταν. Είχε στο κάτω κάτω δική του τη γυναίκα που οι άλλοι μπορούσαν μόνο να την ποθούν. (Τηλέμαχος Κώτσιας, Τεκμήριο αθωότητας, εκδ. Κέδρος2007, σελ. 183)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μουνάρα
|
|