μουνίτσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μουνίτσα < υποκοριστικό του ουσιαστικού μουνί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μουνίτσα θηλυκό

  1. (χυδαίο) νεαρή ελκυστική γυναίκα
  2. (ειρωνικά) άνθρωπος πονηρός και ύπουλος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]