μουνοθύελλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μουνοθύελλα < μουνί + θύελλα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μουνοθύελλα θηλυκό

  1. (χυδαίο) η συγκέντρωση πολλών όμορφων και επιθυμητών γυναικών
    στο πάρτυ έγινε μουνοθύελλα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]