μουνοπλημμύρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μουνοπλημμύρα οι μουνοπλημμύρες
      γενική της μουνοπλημμύρας
    αιτιατική τη μουνοπλημμύρα τις μουνοπλημμύρες
     κλητική μουνοπλημμύρα μουνοπλημμύρες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μουνοπλημμύρα < μουν(ί) + -ο- + πλημμύρα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μουνοπλημμύρα θηλυκό