μουνοχύσιμο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μουνοχύσιμο < μουνί + χύσιμο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μουνοχύσιμο ουδέτερο (πληθ)

  • (χυδαίο) Διαδικασία κατά το τέλος της συνουσίας, όπου τα χύσια της γυναίκας εκπέμπονται έξω από τον κόλπο & εμφανίζονται στο μουνί της