μουνόδουλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μουνόδουλος μουνόδουλοι
γενική μουνόδουλου μουνόδουλων
αιτιατική μουνόδουλο μουνόδουλους
κλητική μουνόδουλε μουνόδουλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μουνόδουλος < μουνί + -ο- + δούλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό

μουνόδουλος αρσενικό

  • (νεολογισμός) (μεταφορικά-υβριστικά) άτομο που σκέφτεται συνέχεια το μουνί, που οι ερωτικές του επιθυμίες τον έχουν κάνει εξαρτημένο και έρμαιο των παθών και των επιθυμιών

Συγγενικές λέξεις

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις