μουρέ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /muˈɾe/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μου‐ρέ
Επιφώνημα
[επεξεργασία]μουρέ (ιδιωματικό)
- άλλη μορφή του μωρέ
- ※ 1836 Δημήτριος Βυζάντιος, Βαβυλωνία, Πρᾶξις δευτέρα
- [ΑΣΤ.] Και πώς σε βάρεσε, μουρέ; α κάζο πενσάτο;
[ΚΡΗΣ] Δεν κατέχω φράγκικα.
[ΑΣΤ.] Μουρέ, α κάζο πενσάτο;
[ΚΡΗΣ] Είπα σου το, δεν κατέχω ντα μου λες, Θιός...- ΣτΜ: (μιλάει ο Αστυνόμος, ο οποίος είναι Ζακυνθινός και ο οποίος χρησιμοποιεί ιταλικές εκφράσεις) Εδώ, «α κάζο πενσάτο» (στα ιταλικά: «a caso pensato») σημαίνει «εκ προμελέτης»
- [ΑΣΤ.] Και πώς σε βάρεσε, μουρέ; α κάζο πενσάτο;
- ※ 1836 Δημήτριος Βυζάντιος, Βαβυλωνία, Πρᾶξις δευτέρα