μουρέλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μουρέλο μουρέλα
γενική μουρέλου μουρέλων
αιτιατική μουρέλο μουρέλα
κλητική μουρέλο μουρέλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μουρέλο < ιταλική, morelo

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μουρέλο ουδέτερο

  1. (ναυτικός όρος), (ιδιωματικό): κοινή ονομασία εργαλείου καταστρώματος πλοίου, ξύλινο κωνικό σουβλί για την διάνοιξη σχοινιών προκειμένου να περάσουν τα άκρα του και να δημιουργηθεί θηλιά, κοινώς γάσα
  2. (ιδιωματικό): μικρό ελαιόδεντρο (στην κρητική διάλεκτο)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]