μουρμούρισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μουρμούρισμα μουρμουρίσματα
γενική μουρμουρίσματος μουρμουρισμάτων
αιτιατική μουρμούρισμα μουρμουρίσματα
κλητική μουρμούρισμα μουρμουρίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μουρμούρισμα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μουρμούρισμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια του μουρμουρίζω, το μουρμουρητό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]