μουρντάρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μουρντάρης < τουρκική murdar (βρόμικος) < περσική مردار murdār

Open book 01.svg Επίθετο[]

μουρντάρης αρσενικό

  1. άνθρωπος που ρέπει σε ανήθικες πράξεις
  2. (ειδικότερα) αυτός που ρίχνεται σε γυναίκες, που τις παρενοχλεί σεξουαλικά
  3. (τοπικά, σε διάφορες περιοχές) άνθρωπος ακάθαρτος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]