Μετάβαση στο περιεχόμενο

μουσαφίρης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μουσαφίρης οι μουσαφίρηδες
& μουσαφιραίοι
      γενική του μουσαφίρη των μουσαφίρηδων
& μουσαφιραίων
    αιτιατική τον μουσαφίρη τους μουσαφίρηδες
& μουσαφιραίους
     κλητική μουσαφίρη μουσαφίρηδες
& μουσαφιραίοι
Κατηγορία όπως «νοικοκύρης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μουσαφίρης < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική مسافر (‎müsâfir) (τουρκική misafir) < αραβική مُسَافِر (musāfir, ταξιδιώτης)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μουσαφίρης αρσενικό (θηλυκό μουσαφίρισσα)

  1. ο φιλοξενούμενος
    ※  Έχω από χτες βράδυ μουσαφίρισσα την ξαδερφούλα μου. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
  2. ο επισκέπτης
    ※  εμφανίστηκε η κυρία Φιλαρέτη σερβίροντας με τον δίσκο γλυκό του κουταλιού με δροσερό νερό. «Γλυκό τριαντάφυλλο από μαγιάτικα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα. Στην Πόλη πολύ το συνηθίζαμε, βάλσαμο για το στομάχι. Εδώ δυσκολεύομαι να τα βρω, μα πάντα υπάρχει ένα βαζάκι για τους λίγους και εκλεκτούς μουσαφίρηδες». (Μαίρη Μαγουλά, Το πιο μακρύ ταξίδι, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]