μουσαφίρης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μουσαφίρης μουσαφίρηδες
& μουσαφιραίοι
γενική μουσαφίρη μουσαφίρηδων
& μουσαφιραίων
αιτιατική μουσαφίρη μουσαφίρηδες
& μουσαφιραίους
κλητική μουσαφίρη μουσαφίρηδες
& μουσαφιραίοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μουσαφίρης < τουρκική misafir < αραβική مسافر (mosâfer: ταξιδιώτης)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μουσαφίρης αρσενικό

  1. φιλοξενούμενος
  2. επισκέπτης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]