μουσείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μουσείο τα μουσεία
      γενική του μουσείου των μουσείων
    αιτιατική το μουσείο τα μουσεία
     κλητική μουσείο μουσεία
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μουσείο < ιταλική museo < λατινική museum < αρχαία ελληνική Μουσεῖον < Μοῦσα (αντιδάνειο)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μουσείο ουδέτερο

  • χώρος όπου εκτίθενται αντικείμενα ιστορικής ή καλλιτεχνικής ή γενικότερα μορφωτικής αξίας
Αρχαιολογικό Μουσείο, Ιστορικό Μουσείο, Μουσείο Φυσικής Ιστορίας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]