μουσείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μουσείο μουσεία
γενική μουσείου μουσείων
αιτιατική μουσείο μουσεία
κλητική μουσείο μουσεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μουσείο < ιταλική museo < λατινική museum < αρχαία ελληνική Μουσεῖον < Μοῦσα (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μουσείο ουδέτερο

  • χώρος όπου εκτίθενται αντικείμενα ιστορικής ή καλλιτεχνικής ή γενικότερα μορφωτικής αξίας
Αρχαιολογικό Μουσείο, Ιστορικό Μουσείο, Μουσείο Φυσικής Ιστορίας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]