μουσκεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μουσκεύω < μεσαιωνική ελληνική μουσκεύω < μοσκεύω < μοσχεύω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mus.ˈcɛ.vɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

μουσκεύω

  1. (μεταβατικό) καταβρέχω κάτι ή το βάζω σε νερό ή άλλο υγρό ώστε να ποτιστεί με αυτό
  2. (αμετάβατο) βρέχομαι πάρα πολύ με νερό ή άλλο υγρό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]