μουστάκιας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μουστάκιας < μουστάκι + -ας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μουστάκιας αρσενικό

  1. άτομο που έχει μουστάκι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]