μουστάρδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μουστάρδα οι μουστάρδες
      γενική της μουστάρδας των μουσταρδών
    αιτιατική τη μουστάρδα τις μουστάρδες
     κλητική μουστάρδα μουστάρδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μουστάρδα< γαλλική moutarde

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μουστάρδα θηλυκό

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]