μουστερής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μουστερής < τουρκική müşteri < αραβική مشتري (muştarī)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μουστερής αρσενικό

  1. υποψήφιος αγοραστής, πελάτης

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • σήμερα χρησιμοποιείται συνήθως μόνο σε φράσεις λιανοπωλητών όπως το: (έχω) (φρέσκο) πράμα που σαλεύει και το μουστερή γυρεύει

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]