μουφτής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Μουφτής

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μουφτής οι μουφτήδες
      γενική του μουφτή των μουφτήδων
    αιτιατική τον μουφτή τους μουφτήδες
     κλητική μουφτή μουφτήδες
Κατηγορία όπως «μπαλωματής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μουφτής < (άμεσο δάνειο) τουρκική müftü < αραβική مفت (muftin)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /muˈftis/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μουφτής αρσενικό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]