μου 'φυγε ο πάτος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈmu‿fiʝe o‿ˈpatos/
Έκφραση
[επεξεργασία]μου 'φυγε ο πάτος
- ξεπατώθηκα, ξεθεώθηκα, κουράστηκα πάρα πολύ, εξαντλήθηκα