μοχθηρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μοχθηρός μοχθηρή μοχθηρό
γενική μοχθηρού μοχθηρής μοχθηρού
αιτιατική μοχθηρό μοχθηρή μοχθηρό
κλητική μοχθηρέ μοχθηρή μοχθηρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μοχθηροί μοχθηρές μοχθηρά
γενική μοχθηρών μοχθηρών μοχθηρών
αιτιατική μοχθηρούς μοχθηρές μοχθηρά
κλητική μοχθηροί μοχθηρές μοχθηρά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοχθηρός < αρχαία ελληνική μοχθηρός

Επίθετο[επεξεργασία]

μοχθηρός, -ή, -ό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική μοχθηρός μοχθηρά μοχθηρόν μοχθηροί μοχθηραί μοχθηρά
Γενική μοχθηροῦ μοχθηρᾶς μοχθηροῦ μοχθηρῶν μοχθηρῶν μοχθηρῶν
Δοτική μοχθηρῷ μοχθηρᾷ μοχθηρῷ μοχθηροῖς μοχθηραῖς μοχθηροῖς
Αιτιατική μοχθηρόν μοχθηράν μοχθηρόν μοχθηρούς μοχθηράς μοχθηρά
Κλητική μοχθηρέ μοχθηρά μοχθηρόν μοχθηροί μοχθηραί μοχθηρά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική μοχθηρώ μοχθηρά
Γενική-Δοτική μοχθηροῖν μοχθηραῖν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοχθηρός < μοχθέω < μόχθος (κόπος, ταλαιπωρία)

Επίθετο[επεξεργασία]

μοχθηρός, -ά, -όν

  1. κακοπαθημένος, άθλιος, ελεεινός
  2. που μοχθεί (επίπονος, κοπιώδης, κουραστικός)
  3. άσχημος
  4. κακός, πανούργος

Άλλες μορφές[επεξεργασία]