μούσα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μούσα μούσες
γενική μούσας μουσών
αιτιατική μούσα μούσες
κλητική μούσα μούσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μούσα < αρχαία ελληνική Μοῦσα / μοῦσα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmu.sa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μούσα μούσες
γενική μούσας μουσών
αιτιατική μούσα μούσες
κλητική μούσα μούσες

μούσα θηλυκό

  1. (μυθολογία) κάθε μια από τις εννέα Μούσες, κόρες του Δία και της Μνημοσύνης, προστάτιδες των τεχνών
  2. (μεταφορικά) (κατ’ επέκταση) πρόσωπο που αποτελεί πηγή της έμπνευσης για έναν δημιουργό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Υπώνυμα[επεξεργασία]

  1. Καλλιόπη (επική ποίηση)
  2. Κλειώ (ιστορία)
  3. Ερατώ (λυρική ποίηση)
  4. Ευτέρπη (μουσική)
  5. Μελπομένη (τραγωδία)
  6. Πολύμνια (ιερή ποίηση)
  7. Τερψιχόρη (χορός)
  8. Θάλεια (κωμωδία)
  9. Ουρανία (αστρονομία)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]