μπάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : μπάζο

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπάζω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μπάζω, παρατ.: έμπαζα, στιγμ. μέλλ.: θα μπάσω, αόρ.: έμπασα , μτχ.π.π.: μπασμένος

  1. (οικείο) βάζω
  2. (οικείο) μπαίνω
  3. (ειδικότερα) επιτρέπω να περνάει ο αέρας, το νερό ή κάτι άλλο, από κάποιο σημείο που είναι τρύπιο (κυριολεκτικά ή μεταφορικά)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις: βάζω και μπαίνω