μπάμπω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός      
ονομαστική η μπάμπω
      γενική της μπάμπως
    αιτιατική την μπάμπω
     κλητική μπάμπω
Ο πληθυντικός σε -ες είναι σπάνιος.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπάμπω < σλαβική бабо, κλητική τού баба < πρωτοσλαβική *baba (νηπιακή λέξη) + (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπάμπω θηλυκό, μόνο στον ενικό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]