μπάρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπάρα μπάρες
γενική μπάρας
αιτιατική μπάρα μπάρες
κλητική μπάρα μπάρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

1,2,3 μπάρα < ιταλική barra
4 μπάρα < σλαβική bara

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπάρα θηλυκό

  1. επίμηκες κυλινδρικό αντικείμενο
  2. το σύμβολο / ή |
  3. πλατιά επιφάνεια μπροστά σε μπαρ, όπου ο μπάρμαν ή οι πελάτες τοποθετούν τα ποτά τους.
  4. (λαϊκότροπο) (παρωχημένο) λάκκος με νερό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]