μπάρμπας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μπάρμπας οι μπαρμπάδες
      γενική του μπάρμπα των μπαρμπάδων
    αιτιατική τον μπάρμπα τους μπαρμπάδες
     κλητική μπάρμπα μπαρμπάδες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπάρμπας < βενετική barba

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈbaɾ.bas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπάρμπας αρσενικό

  1. θείος
  2. άντρας σχετικά προχωρημένης ηλικίας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]