μπέιζμπολ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

ο διαιτητής (με τα μαύρα) και ο παίχτης (με τα άσπρα) περιμένουν τη ρίψη της μπάλας

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπέιζμπολ < αγγλική baseball

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπέιζμπολ ουδέτερο άκλιτο

  1. (αθλητισμός) άθλημα αμερικάνικης προέλευσης που παίζεται σε γήπεδο με δύο ομάδες από εννέα παίκτες· ο παίκτης της ομάδας που κάνει επίθεση επιχειρεί να χτυπήσει με ρόπαλο την μπάλα αρκετά δυνατά ώστε να τρέξει στην πρώτη «βάση» (άλλο σημείο του γηπέδου), διαδοχικά και στις δύο άλλες βάσεις και στο αρχικό του σημείο, κι έτσι να σκοράρει

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]