μπέικον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: μπέικο

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ωμό μπέικον

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπέικον < (άμεσο δάνειο) αγγλική bacon < μέση αγγλική bacon < παλαιά γαλλική bacun (χοιρομέρι, ζαμπόν) < φραγκική *bakō < πρωτογερμανική *bakô < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bhAg- (πίσω, γλουτός)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈbe.i.kon/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπέικον ουδέτερο άκλιτο

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]