μπέμπελη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | μπέμπελη | ||
| γενική | της | μπέμπελης | ||
| αιτιατική | την | μπέμπελη | ||
| κλητική | μπέμπελη | |||
| Κατηγορία όπως «σκόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μπέμπελη < σλαβικής προέλευσης пепел (pepel, στάχτη)[1] [2] + -η (με ηχηροποίηση του αρχικού [p > b] λόγω συμπροφοράς με το άρθρο στην αιτιατική [tin pe > timbe > tim b] και προχωρητική αφομοίωση [bepe] > [bebe][1] [3] < πρωτοσλαβική *pepelъ (στάχτη) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pepelh₁-o- (στάχτη), για το οποίο, δείτε και το ιδιωματικό πιπιλιά (στάχτη)
- Ο καθηγητής Χρήστος Τζιτζιλής συζητά[4] το πρόβλημα σημασιολογικής σύνδεσης των εννοιών "στάχτη" - "ιλαρά" το οποίο θεωρεί άλυτο παρ' όλα τα παράλληλα παραδείγματα όπως η ρουμανική pojar (ιλαρά) < πρωτοσλαβική *požarъ (φωτιά)[5] με ερώτημα σημασιολογικής αναφοράς στο ιδιωματικό λατινογενές συνώνυμο μόρμπιλη < … < μεσαιωνική λατινική morbilli (ιλαρά) ή morbilius < λατινική morbus (αρρώστια) + -illus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *mer- (πεθαίνω) με συγγενή όπως ο ιατρικός όρος στη βουλγαρική морбили (morbili, ιλαρά)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μπέμπελη θηλυκό, μόνο στον ενικό
- (ιατρική, λαϊκότροπο) η ιλαρά[6]
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]- ρουσούδι (κυπρ.) – βγάζω ρουσούδι
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μπέμπελη
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 μπέμπελη - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ μπέμπελη - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ Tzitzilis, Christos. "Introduction (to Greek etymology)" - Ελληνική ετυμολογία / Greek etymology. Επιμ. Τζιτζιλής, Χρήστος. Παπαναστασίου, Γιώργος. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), 2017. ISBN 978‑960‑231‑182‑0. 23 εργασίες (ελληνικά, αγγλικά), 1ο Διεθνές Συνέδριο για την ετυμολογία της ελληνικής γλώσσας, 2015.11.05-06., σελ.99
- ※ One example of a word whose etymology presents semantic problems is μπέμπελη ‘measles’, which is usually considered to be derived from Slav. pepel ‘ash’. The semantic development ‘ash’ > ‘measles’ is not self-evident; in Modern Greek dialects, the word always preserves its original meaning, e.g. πιπιλιά ‘ash’. The problem of its etymology remains unsolved. Is the parallel with Rom. pojar ‘measles’ < Slav. pożar ‘fire’ sufficient to account for the semantic change, or do we need to search for a new etymology? What is the connection with the medical term μόρμπιλη < morbilo ‘measles’, cf. Alb. morbili, Bulg. morbili etc,?
- ↑ pojar#Romanian στο αγγλικό Βικιλεξικό
- ↑ Πέτρος Βλαστός, Συνώνυμα και συγγενικά, Νέα έκδοση συμπληρωμένη από τα κατάλοιπα του συγγραφέα· πρόλογος: Άλκηστις Σουλογιάννη· εισαγωγή: Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου (Αθήνα: ΕΛΙΑ, 1989), σ. 125.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σκόνη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από σλαβικές γλώσσες (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -η (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοσλαβική (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)