Μετάβαση στο περιεχόμενο

μπέσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η μπέσα
      γενική της μπέσας
    αιτιατική την μπέσα
     κλητική μπέσα
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μπέσα < (άμεσο δάνειο) αλβανική besa (αόριστη μορφή του besë) < πρωτοαλβανική *baitši < *baidā < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰeydʰ-

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈbe.sa/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μπέσα θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. λόγος τιμής που δίνεται αμοιβαία ως επιβεβαίωση φιλίας, συνεργασίας ή αλληλοβοήθειας
    παράδειγμα  έδωσαν μπέσα, δηλ. έδωσαν το λόγο τους για αμοιβαία εμπιστοσύνη ή φιλία
      Από πιτσιρίκα σε λέγανε μπαμπέσα, κι έλαχε σε σένα να δώκω λίγη μπέσα (από λαϊκό τραγούδι)
      Μπέσα εἶναι οἱονεὶ προφορικὸν συμβόλαιον ἐντελῶς ἀπαραβίαστον παρὰ τοῖς ̓Αλβανοῖς (Παρνασσός: φιλολογικό περιοδικό, τομ. 14, 1891, σελ. 227)
  2. (κατ’ επέκταση) εμπιστοσύνη, αξιοπιστία

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]