μπαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μπαίνω < μεσαιωνική ελληνική μπαίνω < αρχαία ελληνική ἐμβαίνω

Open book 01.svg Ρήμα[]

μπαίνω, παρατ.: έμπαινα, στιγμ. μέλλ.: θα μπω, αόρ.: μπήκα , μτχ.π.π.: μπασμένος

  1. εισέρχομαι μέσα σε κάτι, σε έναν χώρο, τόπο, πράγμα
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα:: βγαίνω
  2. (για υφάσματα, ρουχισμό κλπ) μικραίνω
    μην πλένεις τα μάλλινα με ζεστό νερό γιατί μπαίνουν

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]