Μετάβαση στο περιεχόμενο

μπαγάσα

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μπαγάσα < ιταλική bagascia

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μπαγάσα θηλυκό