Μετάβαση στο περιεχόμενο

μπαγάσας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μπαγάσας οι μπαγάσες
& μπαγάσηδες
      γενική του μπαγάσα των
μπαγάσηδων
    αιτιατική τον μπαγάσα τους μπαγάσες
& μπαγάσηδες
     κλητική μπαγάσα μπαγάσες
& μπαγάσηδες
Κατηγορία όπως «αέρας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μπαγάσας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπαγάσα (πόρνη) < ιταλική bagascia (πουτανίτσα)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /baˈɣa.sas/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μπαγάσας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μπαγάσας αρσενικό

  1. (οικείο, ειρωνικό, με θαυμασμό) άνθρωπος που πετυχαίνει αυτό που θέλει με πονηρό τρόπο
    παράδειγμα  Όλο δικαιολογίες και ψευτιές μου έλεγε ο μπαγάσας. Με δούλευε ψιλό γαζί κι εγώ τα έχαφτα.
     συνώνυμα: κατεργαράκος, επιτήδειος
  2. (υβριστικό) άνθρωπος που πετυχαίνει το σκοπό του με ατιμίες[1]
      Αυτοί που γλύτωσαν ήταν οι Λιφιεράκηδες. Τζερεμέδες και παραβατικοί, μαθημένοι να δυσπιστούν. Έβαλαν τσιλιαδόρο στο έμπα του χωριού, που όταν είδε τα σκούρα έτρεξε και τους ειδοποίησε. Και σκορπίστηκαν οι μπαγάσηδες χωρίς να ειδοποιήσουν κανέναν, ούτε τους οργανοπαίκτες, που οι Γερμανοί φεύγοντας τους πήραν μαζί τους ομήρους στη Βιάννο. (Δημήτρης Στεφανάκης, Μινώταυρος, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)
     συνώνυμα: απατεώνας, παλιάνθρωπος, διεφθαρμένος, αναξιόπιστος

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)