μπαγιονέττα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπαγιονέττα < γαλλική baïonnette

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπαγιονέττα θηλυκό

δείτε τη λέξη μπαγιονέτα