μπαγκέτα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπαγκέτα μπαγκέτες
γενική μπαγκέτας μπαγκετών
αιτιατική μπαγκέτα μπαγκέτες
κλητική μπαγκέτα μπαγκέτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπαγκέτα < γαλλική baguette < ιταλική bacchetta < λατινική baculum < αρχαία ελληνική βάκτρον (ραβδί, μπαστούνι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπαγκέτα θηλυκό

  1. η ξύλινη ράβδος, η βέργα του μαέστρου
    ο μαέστρος κουνούσε τη μπαγκέτα του ρυθμικά
  2. η ξύλινη ράβδος που χρησιμοποιείται στα κρουστά μουσικά όργανα
  3. η λεπτή, αφράτη και μακρόστενη φραντζόλα ψωμιού. Χρησιμοποιείται συχνά για σάντουιτς.
    δώστε μου ένα καρβέλι ψωμί και δύο μπαγκέτες, σας παρακαλώ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]