μπακάλης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπακάλης μπακάληδες
γενική μπακάλη μπακάληδων
αιτιατική μπακάλη μπακάληδες
κλητική μπακάλη μπακάληδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπακάλης < τουρκική bakkal < αραβική bakkāl بقّال

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ba.ˈka.lis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπακάλης αρσενικό (θηλυκό μπακάλαινα και μπακάλισσα)

  1. ο ιδιοκτήτης καταστήματος που πουλάει τρόφιμα και μικροπράγματα για το σπίτι
  2. (μεταφορικά-μειωτικά) που κάνει πρόχειρους υπολογισμούς, που δουλεύει πρόχειρα και εμπειρικά

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]