μπανάλ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπανάλ < γαλλική banal

Επίθετο[επεξεργασία]

μπανάλ άκλιτο

  1. πολύ συνηθισμένος και όχι ποιοτικός
    πολύ μπανάλ ντύσιμο


Μεταφράσεις[επεξεργασία]