μπανανόφλουδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπανανόφλουδα μπανανόφλουδες
γενική μπανανόφλουδας μπανανόφλουδων
αιτιατική μπανανόφλουδα μπανανόφλουδες
κλητική μπανανόφλουδα μπανανόφλουδες
Banana peel on seat.JPG

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπανανόφλουδα < μπανάνα + φλούδα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπανανόφλουδα θηλυκό

  1. η φλούδα της μπανάνας, ιδιαίτερα όταν λείπει ο φαγώσιμος καρπός
  2. (μεταφορικά) η παγίδα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]