μπανιερό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπανιερό μπανιερά
γενική μπανιερού μπανιερών
αιτιατική μπανιερό μπανιερά
κλητική μπανιερό μπανιερά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπανιερό < μπάνιο + -ερό < ιταλική bagno < λατινική balneum < balineum < αρχαία ελληνική βαλανεῖον (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπανιερό ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]