μπαούλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπαούλο τα μπαούλα
      γενική του μπαούλου των μπαούλων
    αιτιατική το μπαούλο τα μπαούλα
     κλητική μπαούλο μπαούλα
Παράρτημα
μπαούλο

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπαούλο < ιταλική baule < λατινική baiulo < baiulus (αχθοφόρος, μεταφορέας) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰer- (φέρω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπαούλο ουδέτερο

  • μεγάλο κουτί για τη φύλαξη ρούχων, που κλείνει με κάλυμμα στερεωμένο με μεντεσέδες

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]