μπαούλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπαούλο μπαούλα
γενική μπαούλου μπαούλων
αιτιατική μπαούλο μπαούλα
κλητική μπαούλο μπαούλα
μπαούλο

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπαούλο < ιταλική baule < λατινική baiulo < baiulus (αχθοφόρος, μεταφορέας)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπαούλο ουδέτερο

  • μεγάλο κουτί για τη φύλαξη ρούχων, που κλείνει με κάλυμμα στερεωμένο με μεντεσέδες

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]