Μετάβαση στο περιεχόμενο

μπαούλο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπαούλο τα μπαούλα
      γενική του μπαούλου των μπαούλων
    αιτιατική το μπαούλο τα μπαούλα
     κλητική μπαούλο μπαούλα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
μπαούλο

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μπαούλο < (άμεσο δάνειο) ιταλική baule < λατινική baiulo < baiulus (αχθοφόρος, μεταφορέας) < (αβέβαιη ετυμολογία)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μπαούλο ουδέτερο

  • μεγάλο κουτί για τη φύλαξη ρούχων, που κλείνει με κάλυμμα στερεωμένο με μεντεσέδες
    ※  Όλη η οικοσκευή που είχε μεταφέρει από το Σικάγο ο μπρούκλης ήταν ένα μπαούλο γεμάτο ρούχα και ένα μεγάλο ραδιόφωνο με ξύλινο κουτί, πάνω στο οποίο υπήρχε σταμπαρισμένο το γνωστό σήμα με το σκυλί (Δημήτρης Πετσετίδης, Λυσσασμένες αλεπούδες: διηγήματα, 2007, σελ. 11)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]