μπαριασμένος
Εμφάνιση
Παρακαλούμε συμπληρώστε, τεκμηριώστε το λήμμα και βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι το λήμμα ανταποκρίνεται στα κριτήρια του Βικιλεξικού. Σελίδες που δεν ανταποκρίνονται στα κριτήρια συμπερίληψης του Βικιλεξικού μπορούν να διαγραφτούν. |
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μπαριασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μπαριάζω
Μετοχή
[επεξεργασία]μπαριασμένος, -η, -ο
- (στα καλιαρντά) ο πουντιασμένος, ο άρρωστος[1][2]
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μπαριασμένος
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Ρούβαλης Ανδρέας, «Ματσομπερντεδόκουτα, τζιναβοστουντότσαρδα και κουλουμπουριάσματα»: Οι διαδικασίες σχηματισμού λέξεων στα καλιαρντά», [μεταπτυχιακή εργασία], Πανεπιστήμιο Πατρών, Σχολή Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών, Τμήμα Φιλολογίας, Τομέας Γλωσσολογίας, Πάτρα 2020.
- ↑ Πετρόπουλος Ηλίας, Καλιαρντά, Αθήνα 1971.