Μετάβαση στο περιεχόμενο

μπαριασμένος

Από Βικιλεξικό
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται επιμέλεια και έλεγχο
Παρακαλούμε συμπληρώστε, τεκμηριώστε το λήμμα και βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι το λήμμα ανταποκρίνεται στα κριτήρια του Βικιλεξικού.
Σελίδες που δεν ανταποκρίνονται στα κριτήρια συμπερίληψης του Βικιλεξικού μπορούν να διαγραφτούν.

Συγκεκριμένα: υπάρχει ρήμα; Sarri.greek  | 05:13, 7 Ιουλίου 2025 (UTC).


Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μπαριασμένος η μπαριασμένη το μπαριασμένο
      γενική του μπαριασμένου της μπαριασμένης του μπαριασμένου
    αιτιατική τον μπαριασμένο την μπαριασμένη το μπαριασμένο
     κλητική μπαριασμένε μπαριασμένη μπαριασμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μπαριασμένοι οι μπαριασμένες τα μπαριασμένα
      γενική των μπαριασμένων των μπαριασμένων των μπαριασμένων
    αιτιατική τους μπαριασμένους τις μπαριασμένες τα μπαριασμένα
     κλητική μπαριασμένοι μπαριασμένες μπαριασμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μπαριασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μπαριάζω

Μετοχή

[επεξεργασία]

μπαριασμένος, -η, -ο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Ρούβαλης Ανδρέας, «Ματσομπερντεδόκουτα, τζιναβοστουντότσαρδα και κουλουμπουριάσματα»: Οι διαδικασίες σχηματισμού λέξεων στα καλιαρντά», [μεταπτυχιακή εργασία], Πανεπιστήμιο Πατρών, Σχολή Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών, Τμήμα Φιλολογίας, Τομέας Γλωσσολογίας, Πάτρα 2020.
  2. Πετρόπουλος Ηλίας, Καλιαρντά, Αθήνα 1971.