μπαρουτιασμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μπαρουτιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου μπαρουτιάζω
Μετοχή
[επεξεργασία]μπαρουτιασμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη μπαρουτιάζω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μπαρουτιασμένος
|
|